Κουρτίνες και brand

Σε ένα ξενοδοχείο, η ταυτότητα του brand δεν χτίζεται μόνο μέσα από το logo, το website ή τη σήμανση. Χτίζεται κυρίως μέσα από την εμπειρία του επισκέπτη στον χώρο, από τη στιγμή που περνά τη γυάλινη πόρτα της εισόδου μέχρι τη στιγμή που κλείνει την πόρτα του δωματίου του. 

Σε αυτή τη διαδρομή, από τη ρεσεψιόν έως το δωμάτιο, οι κουρτίνες παίζουν πολύ πιο κεντρικό ρόλο απ’ όσο συχνά τους αναγνωρίζεται. Δεν είναι απλώς κάτι για να κλείσει το παράθυρο, αλλά ένα από τα βασικά μέσα με τα οποία το brand δηλώνει χαρακτήρα, ύφος, επίπεδο φιλοξενίας.

Η πρώτη επαφή με το brand

Το πρώτο σημείο επαφής είναι συνήθως το lobby και η ρεσεψιόν. Εδώ οι κουρτίνες λειτουργούν σαν φόντο και πλαίσιο για όλη την εμπειρία άφιξης. Σε ένα brand που θέλει να εκπέμπει ζεστασιά, χαμηλούς τόνους και γήινες αναφορές, τα υφάσματα θα είναι συχνά σε neutral παλέτες, με υφές που θυμίζουν λινό, βαμβάκι, φυσικά υλικά. 

Το φως φιλτράρεται απαλά, οι αντανακλάσεις μαλακώνουν και ο επισκέπτης νιώθει ότι μπαίνει σε έναν χώρο που τον αγκαλιάζει. 

Αντίθετα, σε ένα πιο αστικό, business-oriented brand, οι κουρτίνες μπορούν να είναι πιο λιτές, με καθαρές γραμμές, πιο συμπαγείς επιφάνειες, ίσως με ελαφριά σατινέ λάμψη που ενισχύει την αίσθηση κομψότητας και αστικότητας. Το μήνυμα είναι διαφορετικό, παρότι η λειτουργία: σκίαση, έλεγχος φωτός, ιδιωτικότητα, μπορεί να είναι η ίδια.

Αν οι όψεις είναι γεμάτες από full height κουρτίνες με γενναιόδωρες πτυχώσεις, το brand δείχνει ότι δεν φοβάται την πολυτέλεια του κενού, αφήνει τον χώρο να αναπνεύσει, να είναι ήρεμος, να μη βομβαρδίζει τον επισκέπτη με πληροφορία. 

Αν οι κουρτίνες είναι πιο σφιχτές, σε συγκεκριμένες μόνο ζώνες, αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν σκηνογραφία: καδράρουν σημεία ενδιαφέροντος, διαχωρίζουν καθιστικά, κρύβουν ή αποκαλύπτουν θέες. Ο τρόπος που δουλεύουν οι κουρτίνες υποδηλώνει και τον τρόπο που το brand αντιλαμβάνεται τη φιλοξενία: πιο θεατρική, πιο boutique, πιο οικεία ή πιο formal.

Η συνέχεια στο ίδιο περιβάλλον 

Καθώς ο επισκέπτης κινείται από τη ρεσεψιόν προς τους κοινόχρηστους χώρους bar, εστιατόριο, lounge, οι κουρτίνες συνεχίζουν να αφηγούνται την ίδια ιστορία. Η συνέχεια στην παλέτα, στην υφή, στο είδος των υφασμάτων δημιουργεί μια αίσθηση συνοχής. 

Το brand μοιάζει να έχει μια ενιαία γλώσσα, όχι πολλά ασύνδετα επεισόδια. Αν, για παράδειγμα, το lobby χρησιμοποιεί ζεστά, off-white sheers και γήινες heavy κουρτίνες, είναι φυσικό σε ένα εστιατόριο του ίδιου ξενοδοχείου να βλέπουμε παραλλαγές της ίδιας λογικής: ίσως πιο έντονα patterns, πιο πλούσια υφάσματα, αλλά πάντα σε διάλογο με την κεντρική ιστορία. Έτσι, ο επισκέπτης δεν νιώθει ότι αλλάζει περιβάλλον κάθε φορά που περνά μια πόρτα, αλλά ότι κινείται μέσα στο ίδιο.

Οι κουρτίνες στο δωμάτιο

Όταν φτάνει στο δωμάτιο, οι κουρτίνες γίνονται ακόμη πιο προσωπική υπόθεση. Εδώ το brand καλείται να μεταφράσει την υπόσχεσή του σε ιδιωτικό μικρό σύμπαν. Σε ένα chain που μιλά για ηρεμία, ύπνο, ευεξία, οι κουρτίνες συνήθως συνδυάζουν πλήρη blackout, σωστό έλεγχο φωτός και υφές που ηρεμούν το μάτι. 

Η επιλογή θερμών νεutral, η αποφυγή έντονων, χρωμάτων, η χρήση full height κουρτινών που ξεκινούν από κρυφές ράγες οροφής και αγκαλιάζουν όλη την όψη, όλα αυτά στέλνουν το ίδιο μήνυμα: αυτό είναι ένα brand που σέβεται τον ύπνο και τη χαλάρωσή σου.

Αντίστοιχα, σε ένα design-driven boutique hotel, οι κουρτίνες στο δωμάτιο μπορεί να έχουν πιο έντονη προσωπικότητα. Ένα ιδιαίτερο pattern, μια χαρακτηριστική υφή, μια συγκεκριμένη χρωματική επιλογή μπορεί να γίνουν σχεδόν «υπογραφή» του brand. 

Ο επισκέπτης μπορεί να μη θυμάται λεπτομέρειες από το πάτωμα ή τις πρίζες, αλλά θα θυμάται εκείνες τις κουρτίνες που έκαναν το δωμάτιο να μοιάζει με σκηνικό. Σε αυτή την περίπτωση, η κουρτίνα παύει να είναι απλώς λειτουργικό αντικείμενο και γίνεται κομμάτι του storytelling: συμβάλλει στο mood, στη φωτογένεια του δωματίου, στο πώς αυτό μοιράζεται μετά στα social media.

Η σημασία μιας ομοιόμορφης εμπειρίας

Η συνέχεια από τη ρεσεψιόν έως το δωμάτιο είναι αυτό που τελικά καθορίζει την αίσθηση του brand. Αν το lobby υπόσχεται ηρεμία και ζεστασιά και το δωμάτιο έχει σκληρές, ψυχρές, κακώς τοποθετημένες κουρτίνες, το brand μοιάζει αντιφατικό. 

Αν, αντίθετα, ο επισκέπτης αναγνωρίζει την ίδια γλώσσα υφασμάτων σε όλη τη διαδρομή, στο lobby, στα διαδρόμια, στο δωμάτιο, ακόμη και στα κοινόχρηστα WC ή σε έναν χώρο spa, τότε νιώθει ότι βρίσκεται σε έναν χώρο όπου κάποιος σκέφτηκε συνολικά την εμπειρία του.

Τελικά, οι κουρτίνες είναι από τα λίγα στοιχεία που εμφανίζονται σε σχεδόν όλους τους χώρους ενός ξενοδοχείου: από τις μεγάλες υαλοστάσεις της ρεσεψιόν μέχρι τις μπαλκονόπορτες των δωματίων. 

Αυτό τις καθιστά ιδανικό μέσο για να δέσει η ταυτότητα του brand: μέσα από το ύφασμα, την πτώση, το χρώμα, τη σχέση με το φως, τη σιωπηλή τεχνική του επάρκεια. Για τον επαγγελματία που σχεδιάζει ή προδιαγράφει, το να δει τις κουρτίνες ως φορέα brand, όχι απλώς ως πρακτική ανάγκη, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά βήματα για να μετατρέψει ένα ξενοδοχείο από ουδέτερο κέλυφος σε χώρο με πραγματική, συνεκτική προσωπικότητα.